“Το Μυστικό Νησί Που Ζωντανεύει Τις Νύχτες”

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ Η ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ

10. Ο πύργος πίσω από τα βράχια – η ιστορία του – η Ατλαντίδα – θρύλοι – μυθοι

Μπορώ να γράψω, να αναλύσω πολλά θέματα για ιστορίες νησιών.

Η καλοκαιρινή μαγεία μας αφήνει να ταξιδεύουμε στις σκέψεις της δύσης, βλέποντας και θαυμάζοντας τα υπέροχα μοναδικά χρώματα να αργοπεθαίνουν, φέρνοντας η νύχτα το σκοτάδι, να βγουν τα άστρα να ζωγραφίσουν-να κεντήσουν τον ουρανό.

Να χαρίσουν διαφορετική ομορφιά, μαζί με την πανσέληνο να βγουν οι νεράιδες της θάλασσας να περπατήσουν πάνω στο διάδρομο του φεγγαριού.

Να φέρουν μύθους για γοργόνες με θανατηφόρα ομορφιά, αν τις δεις σε παίρνουν μαζί τους στο βυθό να σε αιχμαλωτίσουν να σε κάνουν σκλάβο τους.

Εσύ δεν αρνείσαι αυτό το ταξίδι, το προσμένεις, το θέλεις, ψάχνεις τα βράδια στα δίχτυα του φεγγαριού μήπως συναντήσεις κάποια γοργόνα, πιαστείς, να σε πάρει μαζί της.

Να βγουν οι μικρές θεότητες, ίσως να κατέβηκαν στην θάλασσα να κρυφτούν και ανθρώπινο μάτι να μην τις δουν.

Μοιάζουν όμορφες, κομψές, κυκλοφορούν, μπερδεύονται μαζί μας τις νύχτες.

Ζουν σε μια άλλη Ατλαντίδα διαφορετική, εκείνη ίσως να χάθηκε ή να κρύφτηκε μέσα σε μια άβυσσο, καλά σφραγισμένο μυστικό από θνητούς.

Ποιος μπορεί να ξέρει τα πλάσματα της νύχτας σ’ένα νησί που η θάλασσα το απομονώνει από τον έξω κόσμο και το μεταμορφώνει τις νύχτες;

Την αλήθεια την ξέρει κανείς, τι υπάρχει γύρω μας;

Στο κοχύλι που βρήκε ο Άλεξ στους ψιθύρους που άκουσε και μαγεύτηκε με μυστικά της θάλασσας.

Αυτή είναι η Ατλαντίδα, ιστορία καλά κρυμμένη, μόνο λίγοι μπορούν να την δουν, να την ανακαλύψουν και έπειτα να λησμονήσουν τον δρόμο επιστροφής.

Η Ναταλία τον τελευταίο καιρό είχε αρκετό χρόνο, η μικρή της είχε μεγαλώσει, μπορούσε να την εμπιστευτεί με τα παιδιά της αγαπημένης της φίλης στην αυλή να παίξει μαζί τους, να τραβήξουν μέχρι το κοντινό λιμανάκι, να κάνουν βουτιές.

Είχε ακούσει και είχε δει από μακριά χτισμένο, ψηλά στα βραχια πάνω από την σπηλιά τον Πύργο δίπλα στον φάρο, ήταν πολύ δύσκολο να φτάσει μέχρι το σημείο αυτό του νησιού.

Τα βράχια κοφτερά, την παραλία την είχε σκάψει το κύμα.

Σε ένα σημείο έπρεπε να κολυμπήσει, να περάσει τα βαθιά νερά.

Από εκείνο το σημείο φαινόταν μια άβυσσο, μαύρο, σκούρο μπλε του βυθού.

Ο Φίλιπ της το είχε απαγορεύσει να πάει στο σημείο αυτό του νησιού και μάλιστα μόνη της, διάφορες φήμες λέγονταν στο νησί.

Κάποια στιγμή το είχε προσπαθήσει μυστικά, κρυφά από τον φίλο της, αλλά το διάβα του δύσκολο οι υποχρεώσεις έτρεχαν και έπρεπε να γυρίσει στο μαγαζί του.

“Πόσες αλήθειες είναι δίπλα μας και εμείς δεν μπορούμε να τις αγγίξουμε.”

“Θα το κάνω, ήρθε ο καιρός.” Σκέφτηκε η Ναταλία.

banner_home_2

Δημοσίευση

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
0 0 Votes
Article Rating
Εγγραφή
Ειδοποίηση για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
Δείτε Όλα Τα Σχόλια