“Το Μυστικό Νησί Που Ζωντανεύει Τις Νύχτες”

Κατέβηκε στο μικρό λιμάνι, ένα μικρό δρομάκι φωτισμένο με ελάχιστο κίτρινο φως του έδειχνε το δρόμο.

Περπατούσε δίπλα στην θάλασσα, το κύμα ήθελε να του κάνει συντροφιά, να του μεταφέρει μυστικά και ιστορίες, να τον ταξιδέψει.

Πήρε το ανηφορικό, πλακόστρωτο σοκάκι.

Σε κάποιο club ακουγόταν απαλή jazz μουσική.

Κάθισε για λίγο να απολαύσει το πρωινό ξύπνημα του νησιού, την θέα της θάλασσας.

Άλλωστε ήταν πολύ πρωί ακόμη, είχε χρόνο για όλα.

Θα συναντούσε την ιδιοκτήτρια του σπιτιού.

Στο πλοίο είχε προλάβει να κλείσει κάποιο δωμάτιο που θα τον φιλοξενούσε.

Άγνωστο πόσο.

Είχε μιλήσει με μια κυρία, θα τον συναντούσε σε εκείνο το club.

Το μόνο που ήταν ανοιχτό τόσο πρωί, στο νησί.

Του είχε δώσει όλες τις οδηγίες, τις ακολούθησε πιστά.

Σαν μικρό παιδί που δεν ήξερε τι θα πουν διακοπές, χάζευε με τα κύματα, αφέθηκε να απολαμβάνει μια θέα μοναδική στο πρωινό ξύπνημα ενός άγνωστου νησιού.

Τα φώτα μικρά κεράκια αναμένα, στις πρώτες ηλιαχτίδες του ήλιου, που έρχεται να τα σβήσει.

Μια ευγενική φωνή τον διέκοψε από τις σκέψεις του.

“Είστε ο Αλεξ, ήρθα για το δωμάτιο.

Μιλήσαμε μέσα στην νύχτα, σίγουρα θα είστε κουρασμένος.”

“Σας παρακαλώ μπορείτε να καθίσετε λίγο μαζί μου.

Πρώτη φορά έρχομαι στο νησί σας, φαίνεται τόσο όμορφο, αν μπορείτε να μου δώσετε μερικές πληροφορίες.”

“Σίγουρα θα σας πω όλα όσα θέλετε να μάθετε.

Νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη ώρα, να δείτε το πρωινό ξύπνημα του νησιού.

Μετά από ένα καφεδάκι, επιτρέψτε μου να σας οδηγήσω στο σπίτι σας.

Αν θέλετε να μιλήσουμε περπατώντας δίπλα στο κύμα.

Είστε πολύ τυχερός.

Σπάνια μου δίνεται αυτή η ευκαιρία να το κάνω.

Οι υποχρεώσεις αυτόν τον καιρό πολλές, η ώρα μου το επιτρέπει να έχω την τιμή να σας έχω δίπλα μου.

Είναι σαν να σας ξέρω, φαίνεστε από τους ανθρώπους που ταξιδεύουν για να μάθουν και ταυτόχρονα να απολαύσουν κάθε ομορφιά του τόπου.”

Την ακολούθησε, άλλωστε αυτό δεν ήθελε να μάθει για τον τόπο αυτό.

Για το μυστικό που έκρυβε στην ψυχή του.

Διακριτικά πάντα, σιγά-σιγά, στην κατάλληλη ευκαιρία.

Να μάθει για αυτήν που του έκλεψε τα όνειρα, που τον ταξίδεψε μέχρι εδώ.

Κανείς δεν ήθελε να μάθει που βρισκόταν.

Είχε συστηθεί μόνο με το μικρό του όνομα.

“Θα είναι άραγε ακόμα στο νησί, αναρωτιόταν, ή ψάχνω κάποιο φάντασμα του παρελθόντος που μου έκλεψε την καρδιά, ή ακολουθώ λάθος δρόμο όπως έκανα πάντα.”

banner_home_2

Δημοσίευση

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
0 0 Votes
Article Rating
Εγγραφή
Ειδοποίηση για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
Δείτε Όλα Τα Σχόλια